γονείς


ΑΜΟ circle
Ανάσα Mέσα στην Oικογένεια
Μια ετήσια βιωματική πορεία για ομορφιά και 'ΑΝΑΣΑ' μέσα στην οικογένεια
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ AMO circle;
Το AMO Circle είναι ένας ετήσιος βιωματικός κύκλος 16 συναντήσεων, όπου κάθε θέμα "δουλεύεται" στην πράξη μέσα στην καθημερινή ζωή της οικογένειας.
Δεν είναι θεωρία.Είναι παρατήρηση, εμπειρία και επιστροφή.
Κάθε θεματική:
παρουσιάζεται με απλό και κατανοητό τρόπο
εφαρμόζεται στην καθημερινότητα
και επανεξετάζεται μέσα από την εμπειρία των γονιών
ΤΙ ΘΑ ΚΕΡΔΙΣΕΙΣ
περισσότερη ηρεμία στο σπίτι
λιγότερες εντάσεις στην καθημερινότητα
πιο απλές και λειτουργικές ρουτίνες
καλύτερη κατανόηση του παιδιού σου
λιγότερη πίεση πάνω σου ως γονιός
περισσότερη σύνδεση και παρουσία
Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΜΑΣ
Δεν αλλάζουμε το παιδί.Αλλάζουμε τον τρόπο που στεκόμαστε δίπλα του.
Η απλότητα δεν είναι λιγότερο. Είναι πιο όμορφο,πιο ουσιαστικό ,πιο αληθινό.
Η ΔΟΜΗ
Το πρόγραμμα αποτελείται από:
16 συναντήσεις συνολικά
7 βασικές θεματικές ενότητες
κύκλο εμπειρίας: θέμα → εφαρμογή → ανατροφοδότηση → εμβάθυνση
Είναι ένας κύκλος επιστροφής στην απλότητα, στην ηρεμία και στη χαρά του να είσαι μαμά!!
Οι 7 θεματικές
1. Η μαγεία του «είμαι»
Το παιδί πριν γίνει «κάτι» απλά είναι
Όνειρα, ελπίδες και η αρχή της ζωής
Όταν ο κόσμος γεμίζει ερεθίσματα και χάνεται η ησυχία
Η ανάγκη για προστασία της ...μαγείας
2. Η χαρά του να απλοποιώ
Όταν το "λίγο" γίνεται ανάσα
Το σπίτι ως φωλιά ηρεμίας
Λιγότερα πράγματα – περισσότερος χώρος για παιχνίδι
Ρυθμοί που δεν πιέζουν
Χώρος για φαντασία, δημιουργία και ξεκούραση
3. Ο πυρετός της ψυχής
Όταν τα συναισθήματα φτάνουν στην κορυφή τους
Κλάμα, ένταση, ενθουσιασμός ,όλα έχουν τον ρυθμό τους
Μαθαίνω να μην πανικοβάλλομαι
Η δύναμη του «μένω κοντά»
Ησυχάζω – πλησιάζω – εμπιστεύομαι
4. Ο κόσμος γύρω μας
Ό,τι μπαίνει μέσα στο σπίτι… αφήνει αποτύπωμα
Παιχνίδια που ανοίγουν ή κλείνουν τη φαντασία
Το απλό παιχνίδι που γεννά σύνδεση
Φύση, κίνηση, μουσική, αφή και εμπειρία
Βιβλία που αξίζει να κρατάμε στα χέρια μας
Ένα περιβάλλον που αναπνέει μαζί μας
5. Ο ρυθμός της ζωής
Η ασφάλεια που φέρνει η επανάληψη
Μικρές σταθερές μέσα στην ημέρα
Γεύματα, ύπνος και στιγμές που επιστρέφουν
Τελετουργίες που ηρεμούν
Όταν το παιδί ξέρει τι να περιμένει
6. Η καθημερινότητα χωρίς υπερβολή
Όταν τα πολλά γίνονται… λιγότερα
Δραστηριότητες με μέτρο και ανάσα
Στιγμές μαζί που μετράνε
Η χαρά του απλού
Χώρος για ξεκούραση, παιχνίδι και σύνδεση
7. Τα φίλτρα του κόσμου των μεγάλων
Τι χρειάζεται να μένει έξω από τον κόσμο του παιδιού
Οθόνες, πληροφορίες και υπερδιέγερση
Το συναίσθημα του γονιού που περνά στο παιδί
Μιλάω λιγότερο – ακούω περισσότερο
Η ήρεμη παρουσία ως προστασία
Μάθετε πρώτοι τα νέα!
Επικοινωνία: Πληροφορίες και εκδήλωση ενδιαφέροντος
Heart circles
https://www.facebook.com/profile.php?id=100009403636981
stanaini@gmail.com
https://www.facebook.com/heartcircles
΄Αρθρα που μπορεί να σας ενδιαφέρουν

Η φύση,σύμμαχος της παιδικής ηλικίας
Μήπως τελικά τα παιδιά μας δεν έχουν έλλειμμα παιχνιδιών, ρούχων ή δραστηριοτήτων αλλά έλλειμμα φύσης;
Στο βιβλίο Το Τελευταίο Παιδί στο Δάσος του Richard Louv, ο συγγραφέας προσπαθεί να απαντήσει ακριβώς σε αυτό το ερώτημα, περιγράφοντας μια βαθιά αλλαγή στη σύγχρονη παιδική ηλικία: την απομάκρυνση των παιδιών από τον φυσικό κόσμο και τις συνέπειές της στην ανάπτυξή τους.
Ο Louv υποστηρίζει, μέσα από έρευνες και παρατηρήσεις, αυτό που πολλοί άνθρωποι ήδη γνωρίζουν διαισθητικά: ότι ο χρόνος στη φύση μάς ανανεώνει και μάς τονώνει.
Μας βοηθά να ανακάμπτουμε από το άγχος της καθημερινότητας, ενισχύει τη συγκέντρωση και βελτιώνει τη συναισθηματική μας ισορροπία.
Η φύση, μέσα στην πολυπλοκότητα και την απλότητά της, μας καλεί σε άμεση εμπειρία και εξερεύνηση. Ταυτόχρονα όμως, εμπνέει δέος και θαυμασμό , μια επαφή με κάτι που δεν μπορεί να αναπαραχθεί ούτε να αντικατασταθεί από μια οθόνη ή μια αναζήτηση στο διαδίκτυο.Για τα παιδιά, αυτή η επαφή είναι ακόμη πιο σημαντική.
Είτε πρόκειται για πάρκα, αυλές, κήπους, άδεια οικόπεδα, φυσικά καταφύγια ή ακόμη και μικρές «άγριες» γωνιές μέσα στην πόλη, η φύση αποτελεί το ιδανικό περιβάλλον για παιχνίδι και εξερεύνηση.
Μια παιδική ηλικία που περιλαμβάνει χρόνο για ελεύθερη επαφή με τη φύση είναι, σύμφωνα με τον Louv, μια πιο πλούσια και ολοκληρωμένη παιδική ηλικία.Δεν χρειάζονται εντυπωσιακά τοπία.
Αντίθετα, η αξία βρίσκεται στη σχέση που χτίζει το παιδί με τον τόπο του: να γνωρίζει έναν μικρό χώρο σε βάθος, να τον εξερευνά ξανά και ξανά, να παρατηρεί πώς αλλάζει με τις εποχές, να αναγνωρίζει τα αγαπημένα του σημεία, τα φυτά, τα πουλιά και τις μικρές ιδιαιτερότητες του εδάφους.
Αυτή η οικειότητα με τον κόσμο γύρω του δημιουργεί αίσθηση «ριζώματος» και ασφάλειας.Ο Louv τονίζει επίσης τη σημασία των «δικών τους χώρων» για τα παιδιά , μικρών, προσωπικών περιοχών όπου μπορούν να φανταστούν, να δημιουργήσουν και να παίξουν ελεύθερα. Μια χαρτόκουτα, ένα αυτοσχέδιο φρούριο με κουβέρτες, μια γωνιά στο σπίτι που μεταμορφώνεται, ή ένα καλοκαιρινό καταφύγιο στη βεράντα.
Η ανάγκη για τέτοιους χώρους είναι βαθιά και διαχρονική.Η φύση, όμως, προσφέρει τις πιο ζωντανές εκδοχές αυτών των «γωνιών»: ένα δέντρο για σκαρφάλωμα, ένα κλαδί για κούνια, ένα δεντρόσπιτο, ή ακόμη και ένας μικρός κήπος.
Εκεί, το παιχνίδι δεν είναι απλώς δραστηριότητα· είναι ανακάλυψη, εμπειρία και σχέση με τον κόσμο.Συνολικά, το βιβλίο προτείνει μια απλή αλλά ουσιαστική αλλαγή οπτικής: ότι η επαφή με τη φύση δεν είναι πολυτέλεια ή συμπλήρωμα της παιδικής ζωής, αλλά βασικό της στοιχείο.
Και ίσως, τελικά, το πιο σημαντικό «δώρο» που μπορούμε να προσφέρουμε στα παιδιά δεν είναι περισσότερα ρούχα ή παιχνίδια, αλλά περισσότερο φυσικό κόσμο για να ζήσουν μέσα του.
Παιδί και οθόνες
Στη σύγχρονη καθημερινότητα, οι οθόνες έχουν γίνει σχεδόν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των παιδιών.
Πίσω όμως από αυτό, κρύβεται ένας μηχανισμός που αξίζει να κατανοήσουμε βαθύτερα, δηλαδή το πώς λειτουργεί η ντοπαμίνη στον εγκέφαλο.
Η ντοπαμίνη είναι ένας νευροδιαβιβαστής που σχετίζεται με την ευχαρίστηση και την αίσθηση ανταμοιβής. Είναι κάτι απολύτως φυσιολογικό και απαραίτητο για τον άνθρωπο. Το πρόβλημα ξεκινά όταν τα ψηφιακά μέσα σχεδιάζονται σκόπιμα ώστε να προκαλούν έντονες και συνεχείς εκρήξεις ντοπαμίνης. Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργείται ένας κύκλος έντονης ευχαρίστησης και επιβράβευσης που ο εγκέφαλος αρχίζει να αναζητά όλο και περισσότερο.
Έρευνες έχουν δείξει ότι η εγκεφαλική δραστηριότητα παιδιών που παίζουν video games μπορεί να μοιάζει εντυπωσιακά με εκείνη ανθρώπων που πάσχουν από εθισμό, ακόμη και από ουσίες όπως η κοκαΐνη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα παιχνίδια είναι ναρκωτικά, αλλά δείχνει πόσο ισχυρή είναι η επίδρασή τους στο σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου.Ωστόσο, υπάρχει μια λιγότερο γνωστή πτυχή της ντοπαμίνης που είναι ίσως ακόμη πιο σημαντική. Δεν σχετίζεται μόνο με την ευχαρίστηση, αλλά και με την αίσθηση ασφάλειας και επιβίωσης.
Σε ένα πρωτόγονο επίπεδο, ο εγκέφαλος ερμηνεύει την έντονη ντοπαμίνη σαν ένδειξη ότι είμαι ασφαλής, έχω αυτά που χρειάζομαι, επιβιώνω.Αυτό εξηγεί γιατί πολλά παιδιά αντιδρούν έντονα ακόμη και με θυμό ή επιθετικότητα όταν τους αφαιρείται μια συσκευή. Γ
ια τον εγκέφαλό τους, δεν είναι απλώς η απώλεια ενός παιχνιδιού. Είναι σαν να αφαιρείται μια πηγή ασφάλειας και ικανοποίησης βασικών αναγκών. Έτσι, ο γονιός που βάζει όρια μπορεί, άθελά του, να βιώνεται από το παιδί ως απειλή ή εισβολέας.Αυτό δημιουργεί ένα δύσκολο παράδοξο. Ενώ οι γονείς θέλουν να προστατεύσουν και να συνδεθούν με τα παιδιά τους, η διαχείριση των οθονών οδηγεί σε σύγκρουση και απομάκρυνση.
Και το πιο σημαντικό είναι ότι δεν πρόκειται για κακή συμπεριφορά του παιδιού αλλά πρόκειται για μια φυσιολογική αντίδραση ενός εγκεφάλου που έχει εκπαιδευτεί να λειτουργεί έτσι.
Τι μπορούμε να κάνουμε λοιπόν; Το πρώτο βήμα είναι η κατανόηση. Όσο περισσότερο αντιλαμβανόμαστε τι συμβαίνει, τόσο πιο συνειδητές γίνονται οι επιλογές μας. Ιδανικά, η έκθεση σε οθόνες χρειάζεται να περιορίζεται, ειδικά στις μικρές ηλικίες. Σε περιπτώσεις που η χρήση έχει ήδη εδραιωθεί, μια σταδιακή αποτοξίνωση μπορεί να βοηθήσει στην επαναφορά της ισορροπίας.
Πολύ σημαντικός είναι και ο τρόπος που απομακρύνουμε το παιδί από την οθόνη. Αντί για απότομη διακοπή, βοηθά να προηγείται σύνδεση. Να καθίσουμε δίπλα του, να το αγγίξουμε, να του μιλήσουμε ήρεμα. Με αυτόν τον τρόπο, μειώνεται η αίσθηση απειλής και ενισχύεται η σχέση.Στον πυρήνα του θέματος βρίσκεται η ισορροπία ανάμεσα στην τεχνολογία και τη σχέση.
Οι οθόνες δεν είναι απλώς ένα εργαλείο αλλά επηρεάζουν βαθιά τον τρόπο που νιώθουν και αντιδρούν τα παιδιά.Και η μεγαλύτερη πρόκληση για τους γονείς είναι να προστατεύσουν αυτή τη λεπτή ισορροπία, χωρίς να χάσουν τη σύνδεση που είναι και το πιο σημαντικό στοιχείο της οικογενειακής ζωής.Και η σύνδεση εδραιώνεται με εκείνον έστω και τον ελάχιστο αλλά ποιοτικό χρόνο, που μοιραζόμαστε με τα παιδιά μας!

Η αξία της σύνδεσης
Συχνά ακούω γονείς να μου λένε ότι τα μικρά τους παιδιά τους φωνάζουν συνεχώς να παίξουν μαζί τους, ότι ποτέ δεν μπορούν να παίξουν μόνα τους και πως, όταν επιστρέφουν κουρασμένοι από τη δουλειά, έχουν τόσα να κάνουν στο σπίτι που δεν προλαβαίνουν ούτε να καθίσουν.
Αυτό που συμβαίνει, στην πραγματικότητα, δεν είναι ένα πρόβλημα συμπεριφοράς. Το παιδί ζητά σύνδεση και όταν δεν τη νιώθει αρκετά, τη διεκδικεί με τον τρόπο που μπορεί, φωνάζοντας ή απαιτώντας συνεχή παρουσία.
Το ανεξάρτητο παιχνίδι δεν επιβάλλεται. Χτίζεται πάνω στην ασφάλεια και στη σύνδεση.Όταν ένα παιδί νιώθει ότι ο γονέας είναι πραγματικά παρών, ακόμη και αν ασχολείται με κάτι δικό του, μπορεί να βυθιστεί στο παιχνίδι του, να δημιουργήσει και να επεξεργαστεί τον κόσμο του.
Τα τρία βήματα για να το πετύχουμε συνδυάζουν τις ανάγκες και των δύο τη σύνδεση του παιδιού και τον χρόνο του γονέα.
Βήμα 1: Πλήρης παρουσίαΞεκινάμε δίπλα στο παιδί. Συμμετέχουμε ενεργά στο παιχνίδι του, το βοηθάμε να οργανωθεί, να βρει υλικά και να ξεκινήσει τη δραστηριότητά του. Μιλάμε, γελάμε, συνδεόμαστε ουσιαστικά. Το παιδί νιώθει ασφαλές: «Με βλέπουν, είμαι σημαντικός, δεν είμαι μόνος.» Αυτή η φάση είναι θεμελιώδης χωρίς αυτήν, δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική ανεξαρτησία.
Βήμα 2: Ήπια απόσυρση.Μετά από λίγα λεπτά, απομακρυνόμαστε διακριτικά. Μειώνουμε τον λόγο και την ένταση της συμμετοχής μας, αφήνουμε κενά και δίνουμε χώρο στο παιδί να στραφεί περισσότερο στο ίδιο του το παιχνίδι. Παραμένουμε κοντά συναισθηματικά, αλλά δεν είμαστε πια στο επίκεντρο. Το παιδί αρχίζει να μαθαίνει να λειτουργεί μόνο του, ενώ νιώθει ότι η σύνδεση παραμένει.
Βήμα 3:Ανεξαρτησία με παρουσίαΣτη συνέχεια, απομακρυνόμαστε ακόμη περισσότερο και ασχολούμαστε με κάτι δικό μας, μαγείρεμα, τακτοποίηση, ήρεμες δραστηριότητες. Αποφεύγουμε κινητά και οθόνες, γιατί το παιδί αντιλαμβάνεται εύκολα την πλήρη απουσία και θα διακόψει το παιχνίδι του. Το παιδί νιώθει: «Ο γονέας μου είναι εκεί, είμαι ασφαλής, μπορώ να συνεχίσω μόνος μου.»
Αν χρειαστεί βοήθεια ή θέλει να μας δείξει κάτι, επιστρέφουμε κοντά με σύντομο και ήρεμο τρόπο, χωρίς να καταλαμβάνουμε ξανά όλο το χώρο του παιχνιδιού.
Με αυτά τα τρία βήματα, το παιδί μαθαίνει να παίζει ανεξάρτητα, αλλά πάντα μέσα σε ένα πλαίσιο σύνδεσης.
Η ανεξαρτησία δεν έρχεται ως απομάκρυνση, αλλά ως φυσική συνέχεια της σύνδεσης και τότε τόσο οι ανάγκες του παιδιού όσο και του γονέα γίνονται σεβαστές και καλύπτονται ταυτόχρονα.

Πώς βάζω όρια απ' την καρδιά μου;
Σήμερα θέλω να πω δυο λόγια για ένα πολύ συνηθισμένο πρόβλημα που όλοι μας αντιμετωπίζουμε ως γονείς και ίσως είναι από εκείνα που μας δυσκολεύει περισσότερο!! Η οριοθέτηση!
Η καθημερινότητα με τα παιδιά είναι γεμάτη στιγμές όπου χρειάζεται να δώσουμε κατευθύνσεις ή να θέσουμε όρια. Και τότε τις περισσότερες φορές εμφανίζεται η άρνηση, γκρίνια, θυμός. Πολλοί γονείς αναρωτιούνται: πώς μπορώ να πω «όχι» χωρίς να γίνω αυστηρός ή σκληρός;
Για εμένα η απάντηση βρίσκεται στην ποιότητα της παρουσίας μας.Μια απλή αλλά βαθιά αποτελεσματική προσέγγιση συνοψίζεται σε τρεις λέξεις: αργά, χαμηλά και σταθερά.Αργά: Δίνουμε χρόνο στην κατανόησηΤα παιδιά μπορεί να μιλούν γρήγορα, αλλά δεν επεξεργάζονται το ίδιο γρήγορα αυτά που ακούν.
Όταν τους μιλάμε βιαστικά, το μήνυμα χάνεται ή παρερμηνεύεται.Μιλώντας λίγο πιο αργά:- βοηθάμε το παιδί να κατανοήσει καλύτερα,- δείχνουμε ότι αυτό που λέμε έχει σημασία,- μειώνουμε την ανάγκη για επαναλήψεις.
Ένα «όχι» που λέγεται ήρεμα και καθαρά έχει πολύ μεγαλύτερη δύναμη από δέκα βιαστικά.Χαμηλά: Η δύναμη του τόνου της φωνής μας ! Τα παιδιά είναι εξαιρετικά ευαίσθητα στον τόνο της φωνής. Δεν ακούν μόνο τι λέμε, αλλά κυρίως πώς το λέμε.Όταν η φωνή μας είναι ψηλή, σφιγμένη ή έντονη, το παιδί το αντιλαμβάνεται ως ένταση ή απειλή και αντιδρά ανάλογα. Αντίθετα, όταν κατεβάζουμε τη φωνή μας, μιλώντας πιο ήρεμα, πιο «βαθιά» ,μεταδίδουμε ασφάλεια και σταθερότητα.Αυτό έχει και ένα επιπλέον αποτέλεσμα: το παιδί τείνει να «συγχρονίζεται» μαζί μας.
Ηρεμώντας εμείς, βοηθάμε και εκείνο να ηρεμήσει.Σταθερά: Το «όχι» που σημαίνει πραγματικά «όχι»Το πιο δύσκολο κομμάτι για πολλούς γονείς δεν είναι να πουν «όχι», αλλά να το υποστηρίξουν.
Ένα όριο που αλλάζει εύκολα δημιουργεί σύγχυση και ανασφάλεια.Αντίθετα, ένα «όχι» που είναι:- ήρεμο,- ξεκάθαρο,- και σταθερό,δίνει στο παιδί αίσθηση ασφάλειας.Τα όρια δεν υπάρχουν για να περιορίζουν μόνο, αλλά και για να προστατεύουν. Όπως ένας φράχτης κρατά το παιδί ασφαλές, έτσι και τα σταθερά όρια του δείχνουν ότι υπάρχει ένας κόσμος προβλέψιμος και αξιόπιστος. Αγάπη χωρίς υποχωρήσειςΤο να είμαστε σταθεροί δεν σημαίνει να είμαστε ψυχροί ή απόμακροι.
Μπορούμε να αναγνωρίσουμε το συναίσθημα του παιδιού χωρίς να αλλάξουμε το όριο:«Ξέρω ότι το θέλεις πολύ… αλλά δεν γίνεται.»Αυτός ο συνδυασμός ενσυναίσθησης και σταθερότητας είναι που χτίζει εμπιστοσύνη.Η αποτελεσματική καθοδήγηση των παιδιών δεν απαιτεί φωνές ή αυστηρότητα. Απαιτεί παρουσία, επίγνωση και συνέπεια.
Όταν επιβραδύνουμε, χαμηλώνουμε τον τόνο και στεκόμαστε σταθεροί στα όριά μας, δίνουμε στα παιδιά κάτι πολύ πιο σημαντικό από υπακοή:τους δίνουμε ένα πλαίσιο ασφάλειας μέσα στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν με σιγουριά.Το «όχι» δεν χρειάζεται να είναι σκληρό για να είναι δυνατό.
Χρειάζεται να είναι αληθινό.
Στους κύκλους καρδιάς για γονείς στεκόμαστε στη δική μας παρουσία , που είναι το πιο βασικό εργαλείο στο ταξίδι της γονεϊκοτητας! Σας περιμένουμε στον επόμενο κύκλο μας.

Καλώς ήρθατε στην εφηβεία!
Υπάρχει μια στιγμή σχεδόν σε κάθε οικογένεια που μεγαλώνει παιδιά, όπου κάτι αλλάζει.
Οι συζητήσεις λιγοστεύουν, οι απαντήσεις γίνονται μονολεκτικές και η πόρτα του δωματίου κλείνει.Η εφηβεία δεν έρχεται με προειδοποίηση αλλά συχνά με ένταση, αβεβαιότητα και μια νέα ανάγκη για ανεξαρτησία.
Για τον γονέα, αυτό συχνά βιώνεται σαν απώλεια. Όχι απαραίτητα γιατί το παιδί απομακρύνεται πραγματικά, αλλά γιατί αλλάζει ο τρόπος που σχετίζεται. Και αυτή η αλλαγή μπορεί να φέρει σύγχυση, απογοήτευση, ακόμη και φόβο.Η αλήθεια είναι πιο απλή και ταυτόχρονα πιο απαιτητική: οι έφηβοι δεν σταματούν να μας χρειάζονται!
Απλώς σταματούν να μας χρειάζονται με τον ίδιο τρόπο.Ό,τι λειτουργούσε στα μικρότερα χρόνια ,οδηγίες, κανόνες, παρεμβάσεις, αρχίζει να χάνει τη δύναμή του.Το παιδί έχει πια διαφορετικές ανάγκες.
Αναζητά χώρο, φωνή και σεβασμό.Τώρα εμείς ως γονείς καλούμαστε να μετακινηθούμε από τον ρόλο του καθοδηγητή σε εκείνον του συνοδοιπόρου. Να αφήσουμε τον έλεγχο και να επενδύσουμε στη σχέση.Αυτό δεν σημαίνει έλλειψη ορίων. Σημαίνει όμως ότι τα όρια χτίζονται μέσα από διάλογο και όχι επιβολή.Όταν ένας έφηβος δεν μιλά, εμεις συχνά το ερμηνεύουμε ως απόσταση ή αδιαφορία.
Στην πραγματικότητα, πολλές φορές είναι το αντίθετο: είναι ένας τρόπος προστασίας.Οι έφηβοι δοκιμάζουν τον εαυτό τους, τις σκέψεις τους, τα συναισθήματά τους. Δεν είναι πάντα έτοιμοι να τα μοιραστούν ειδικά αν φοβούνται ότι θα κριθούν ή θα διορθωθούν.Εδώ είναι που η στάση μας κάνει τη διαφορά. Όχι με περισσότερες ερωτήσεις, συμβουλές, κριτική αλλά με καλύτερη παρουσία. Με αληθινό ενδιαφέρον χωρίς πίεση. Με διαθεσιμότητα χωρίς εισβολή.
Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που κάνουμε με καλή πρόθεση είναι η βιασύνη να δώσουμε λύσεις. Όταν ένα παιδί ανοίγεται, συχνά αυτό που ζητά δεν είναι καθοδήγηση αλλά κατανόηση.Το να ακούμε χωρίς να διακόπτουμε , χωρίς να κρίνουμε χωρίς να διορθώνουμε είναι πιο δύσκολο απ' όσο ακούγεται. Αλλά είναι και αυτό που χτίζει εμπιστοσύνη.
Όταν ο έφηβος νιώσει ότι μπορεί να μιλήσει χωρίς να χάσει την αυτονομία του, τότε επιστρέφει.Η σχέση με τον έφηβο καθρεφτίζει, σε μεγάλο βαθμό, τη σχέση που έχουμε με τον εαυτό μας. Το άγχος, η πίεση, οι φόβοι ,όλα μεταφέρονται, ακόμη κι αν δεν λέγονται.
Η Kristin Neff έχει αναδείξει πόσο καθοριστική είναι η αυτοσυμπόνια στον τρόπο που σχετιζόμαστε με τους άλλους. Όταν ο γονέας μπορεί να διαχειριστεί τα δικά του συναισθήματα με κατανόηση αντί για αυστηρότητα, τότε δημιουργεί έναν χώρο πιο ασφαλή και για το παιδί.Η εφηβεία είναι μετάβαση.
Και κάθε μετάβαση φέρνει αναστάτωση πριν φέρει ισορροπία.Το παιδί αλλάζει. Και μαζί του χρειάζεται να αλλάξει και ο τρόπος που το πλησιάζουμε.Η σύνδεση δεν βασίζεται πια στο "πες μου τι έγινε", αλλά στο "είμαι εδώ όταν θελήσεις να μιλήσεις"
.Και τελικά, αυτό που μένει είναι η σταθερή παρουσία. Η αίσθηση ότι, ακόμα κι όταν όλα αλλάζουν, υπάρχει κάπου ένα ασφαλές σημείο αναφοράς.Αυτό είναι που έχουν ανάγκη οι έφηβοι και ας μην μας το δείχνουν όσο θα θέλαμε!!
'Οταν το παιδί μας δυσκολεύεται,
δυσκολευόμαστε κι εμείς!
Υπάρχουν στιγμές στην εφηβεία που ένας γονιός νιώθει πως το παιδί του απομακρύνεται.
Μπορεί να είναι οι φωνές, η ένταση, οι πόρτες που κλείνουν, τα λόγια που πληγώνουν. Μπορεί όμως να είναι και η σιωπή. Ένα παιδί που κλείνεται στο δωμάτιό του, που δεν μιλάει όπως παλιά, που μοιάζει να αποσύρεται σε έναν κόσμο όπου εμείς δεν έχουμε πρόσβαση.
Και τότε μέσα μας γεννιούνται πολλά ερωτήματα. Αναρωτιόμαστε τι κάναμε λάθος, γιατί δεν μπορούμε να το προσεγγίσουμε, γιατί η σχέση που κάποτε ήταν τόσο φυσική τώρα μοιάζει δύσκολη.

Μπορεί να νιώσουμε θυμό, απογοήτευση, ενοχές ή φόβο. Φόβο μήπως χάνουμε το παιδί μας.
Και όμως υπάρχει μια άλλη οπτική που μπορεί να μας βοηθήσει να δούμε αυτή την περίοδο διαφορετικά.
Ο έφηβός μας δεν είναι απλώς ένα παιδί που «αντιδρά». Είναι ένας εγκέφαλος που βρίσκεται σε μια τεράστια περίοδο αλλαγών. Στην εφηβεία ο εγκέφαλος αναδιοργανώνεται, οι περιοχές που σχετίζονται με τον έλεγχο των παρορμήσεων, τη λογική σκέψη και την ικανότητα να βλέπει κανείς τις συνέπειες των πράξεών του συνεχίζουν να ωριμάζουν. Την ίδια στιγμή, το σύστημα των συναισθημάτων είναι ιδιαίτερα ενεργό.
Αυτό σημαίνει ότι πολλές φορές ο έφηβος νιώθει πολύ περισσότερα από όσα μπορεί να εκφράσει. Μπορεί να θυμώνει χωρίς να καταλαβαίνει πλήρως τι συμβαίνει μέσα του. Μπορεί να αποσύρεται , επειδή το σύστημά του προσπαθεί να προστατευτεί από την ένταση.
Όταν ένας άνθρωπος αισθάνεται απειλή, το νευρικό του σύστημα δεν σκέφτεται πρώτα με λογική. Προσπαθεί πρώτα να προστατευτεί. Μπαίνει σε κατάσταση συναγερμού. Αυτό συμβαίνει και στους εφήβους, αλλά συμβαίνει και σε εμάς.
Γιατί υπάρχει μια αλήθεια που συχνά ξεχνάμε: δεν έχει μόνο το παιδί μας νευρικό σύστημα. Έχουμε κι εμείς.
Όταν το παιδί μας φωνάζει, όταν μας απορρίπτει ή όταν κλείνεται μακριά μας, κάτι μέσα μας ενεργοποιείται. Μπορεί να νιώσουμε ότι μας αγνοεί, ότι χάνουμε τον έλεγχο, ότι αποτυγχάνουμε ως γονείς. Και εκείνη τη στιγμή πολλές φορές δεν αντιδρούμε μόνο σε αυτό που συμβαίνει τώρα. Αντιδρούμε και σε όλα όσα αυτό ξυπνά μέσα μας.
Το δικό μας σώμα μπαίνει επίσης σε συναγερμό. Η καρδιά χτυπά πιο γρήγορα, η ένταση ανεβαίνει, ο εγκέφαλος ψάχνει τρόπο να αντιμετωπίσει την «απειλή». Και τότε είναι πολύ δύσκολο να μιλήσουμε με ηρεμία, να ακούσουμε πραγματικά ή να δούμε πέρα από τη συμπεριφορά.
Φαίνεται όμως ότι η αλλαγή ξεκινά από μια διαφορετική κατανόηση.
Τί θα γινόταν αν ξέραμε πως δεν έχουμε απέναντί μας ένα «δύσκολο παιδί». Έχουμε ένα παιδί που πιθανόν δυσκολεύεται. Και δεν είμαστε κι εμείς «κακοί γονείς» όταν χάνουμε την ψυχραιμία μας. Είμαστε άνθρωποι που εκείνη τη στιγμή επίσης δυσκολευόμαστε.
Δεν γίνεται να μην θυμώνουμε ποτέ. Αυτό δεν είναι ανθρώπινο. Μπορούμε όμως να μάθουμε να δημιουργούμε λίγο χώρο ανάμεσα σε αυτό που νιώθουμε και σε αυτό που κάνουμε.
Να μπορέσουμε, έστω για λίγα δευτερόλεπτα, να σταματήσουμε και να ρωτήσουμε τον εαυτό μας:
«Τι συμβαίνει τώρα; Το παιδί μου προσπαθεί να με πληγώσει ή προσπαθεί να διαχειριστεί κάτι που είναι δύσκολο για εκείνο;».
Και μαζί: «Τι συμβαίνει μέσα μου; Τι είναι αυτό που φοβάμαι αυτή τη στιγμή;».
Αυτός ο μικρός χώρος είναι εκεί που γεννιέται η επιλογή. Εκεί που αντί να αντιδράσουμε αυτόματα, μπορούμε να απαντήσουμε διαφορετικά.
Παρόλα αυτά δεν αφήνουμε τα πάντα να συμβαίνουν. Η κατανόηση δεν σημαίνει απουσία ορίων. Ένα παιδί χρειάζεται όρια, χρειάζεται να μάθει ότι οι άνθρωποι δεν πληγώνουν ο ένας τον άλλον με λόγια ή συμπεριφορές. Αλλά τα όρια μπορούν να μπουν χωρίς να χαθεί η σύνδεση.
Μπορούμε να πούμε: «Καταλαβαίνω ότι είσαι θυμωμένος. Είμαι εδώ μαζί σου. Αλλά δεν μπορούμε να μιλάμε ο ένας στον άλλον με αυτόν τον τρόπο».
Και κάποιες φορές θα αποτύχουμε. Θα φωνάξουμε. Θα κουραστούμε. Θα αντιδράσουμε διαφορετικά από αυτό που θα θέλαμε. Η σχέση όμως δεν χτίζεται επειδή είμαστε τέλειοι. Χτίζεται επειδή μπορούμε να επιστρέφουμε.
Να μπορούμε να πούμε: «Δεν το χειρίστηκα όπως θα ήθελα. Θέλω να προσπαθήσω ξανά».
Νιώθω πως η εφηβεία δεν είναι μόνο μια περίοδος όπου το παιδί μας αλλάζει. Είναι και μια περίοδος που μας καλεί να αλλάξουμε κι εμείς. Να αφήσουμε λίγο την ανάγκη να ελέγξουμε και να καλλιεργήσουμε περισσότερο την ικανότητα να συνδεόμαστε.
Γιατί πίσω από έναν έφηβο που θυμώνει, που αποσύρεται ή που μοιάζει να απομακρύνεται, μπορεί να υπάρχει ένα παιδί που προσπαθεί να βρει τον δρόμο του.
Και πίσω από έναν γονιό που θυμώνει, φοβάται ή αγωνιά, υπάρχει ένας άνθρωπος που αγαπά βαθιά και προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή τη μεγαλύτερη γέφυρα της ζωής του: τη σχέση με το παιδί του.

